Ο ιός του ανθρωπίνου θηλώματος & ο καρκίνος του τραχήλου


Εισαγωγή

HPV

Οι σεξουαλικώς  μεταδιδόμενες  λοιμώξεις  αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία. Είναι τα νοσήματα εκείνα που μεταδίδονται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή και σε αυτά συγκαταλέγεται και η λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (Human papillomavirus, HPV). Η λοίμωξη από τον συγκεκριμένο ιό αποτελεί τη συχνότερη λοίμωξη του αναπαραγωγικού συστήματος και οι περισσότεροι από τους σεξουαλικά ενεργούς άνδρες και γυναίκες είναι πιθανόν να μολυνθούν κάποια στιγμή της ζωής τους.

Ο HPV είναι ένας DNA-ιός, ο οποίος για να επιβιώσει και να πολλαπλασιαστεί προϋποθέτει την ενσωμάτωσή του σε ένα κύτταρο ξενιστή. Τα ανθρώπινα κύτταρα αποτελούν τον ξενιστή τους. Υπάρχουν περισσότεροι από 200 διαφορετικούς τύπους HPV (στελέχη) και διακρίνονται σε υψηλού ή χαμηλού κινδύνου ανάλογα με την δυνατότητά τους να προκαλέσουν ανάπτυξη καρκινικών ή άλλων βλαβών. Πολλοί από αυτούς δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα στον ανθρώπινο οργανισμό, με τη λοίμωξη να υποχωρεί μετά από λίγους μήνες. Συγκεκριμένα όμως στελέχη του ιού μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη καρκινικών βλαβών. Τα στελέχη αυτά ονομάζονται υψηλής ογκογενετικής ικανότητας (high risk types), με τους τύπους 16 και 18 να ευθύνονται για τουλάχιστον το 75 % των περιπτώσεων του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Αντίθετα τα χαμηλής ογκογενετικής ικανότητας στελέχη με συχνότερα τα 6 και 11, δε σχετίζονται με καρκινογένεση αλλά θεωρούνται υπεύθυνα για τη δημιουργία των κονδυλωμάτων στα γεννητικά όργανα ανδρών και γυναικών. Τα ανθρώπινα κονδυλώματα παρατηρούνται πολύ συχνά και είναι ιδιαίτερα μολυσματικά. Το 90% των γεννητικών κονδυλωμάτων οφείλονται στους τύπους 6 και 11.  Τέλος, διαφορετικοί τύποι του ιού είναι δυνατόν να προσβάλλουν και άλλα μέρη του σώματος όπως τα χέρια, τους βλεννογόνους του αναπνευστικού και του κατώτερου τμήματος του παχέος εντέρου.

Στην πλειοψηφία τους οι HPV λοιμώξεις είναι ασυμπτωματικές και συνοδεύονται από αυτόματη ίαση. Σε περιπτώσεις όμως εμμένουσας λοίμωξης από συγκεκριμένα στελέχη (κυρίως από τα 16 και 18), μπορεί να προκαλέσουν προκαρκινικές αλλοιώσεις, οι οποίες εάν δεν αντιμετωπισθούν εγκαίρως και σωστά είναι δυνατόν να εξελιχθούν μέσα σε διάστημα κάποιων ετών σε καρκίνο του τραχήλου. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες ο HPV ανιχνεύεται σε περισσότερες από το 90% των περιπτώσεων καρκίνου του τραχήλου.

Τα συμπτώματα που συνοδεύουν τον καρκίνο του τραχήλου, δυστυχώς εμφανίζονται αφού η βλάβη έχει φθάσει σε προχωρημένο στάδιο επειδή ο ιός είναι ασυμπτωματικός. Η μόνη περίπτωση κατά την οποία ο ιός γίνεται αντιληπτός είναι όταν αναπτυχθούν στα έξω γεννητικά όργανα οξυτενή κονδυλώματα. Σε άλλη περίπτωση ο ιός μπορεί να εντοπισθεί μέσω της κυτταρολογικής εξέτασης του τεστ Παπανικολάου (pap test), όπου ανιχνεύονται οι αλλοιώσεις των επιθηλιακών κυττάρων στον τράχηλο της γυναίκας.

Ο καρκίνος του τραχήλου είναι ο τέταρτος πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε πολλές αναπτυγμένες χώρες υπάρχουν προγράμματα ελέγχου της HPV λοίμωξης, ώστε να είναι εφικτή η ανίχνευση προ-καρκινικών αλλοιώσεων σε αρχικό στάδιο, όπου είναι ευκολότερη η θεραπευτική προσέγγισή τους. Η έγκαιρη αντιμετώπισή τους προλαμβάνει σε μεγάλο ποσοστό την εμφάνιση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Τα προγράμματα ελέγχου περιλαμβάνουν το συμβατικό pap test ή την κυτταρολογική εξέταση υγρής φάσης, καθώς επίσης –σε ορισμένες χώρες– τον γενετικό έλεγχο του HPV για προσδιορισμό των στελεχών υψηλής ογκογενετικής ικανότητας. Το pap test αποτελεί έως σήμερα μια αποτελεσματική κυτταρολογική μέθοδο πρώιμης ανίχνευσης  προκαρκινικών αλλοιώσεων. Συμπληρωματικά, υπάρχουν γενετικές εξετάσεις που μπορούν όχι μόνο να εντοπίσουν τον ιό αλλά και να τον τυποποιήσουν από τα πρώτα ακόμα στάδια της λοίμωξης, μέσω ανίχνευσης του γενετικού του υλικού με το HPV DNA test.

Κάθε σεξουαλικά ενεργή γυναίκα διατρέχει τον κίνδυνο να νοσήσει από τον HPV. Ο ιός προσβάλλει ευκολότερα τις νεαρότερες γυναίκες, οι οποίες όμως καταφέρνουν με μεγαλύτερη ευκολία να αντιμετωπίσουν τη λοίμωξη. Αντίθετα οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες μπορεί να προσβάλλονται δυσκολότερα, αλλά εξίσου δύσκολα τον αντιμετωπίζουν.

Εμβόλια έναντι του HPV

Έως σήμερα είναι διαθέσιμα 2 εμβόλια, τα οποία παρέχουν προστασία έναντι των στελεχών 16 και 18 που ευθύνονται τουλάχιστον για το 75 % των περιπτώσεων του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Τα εμβόλια αυτά προσφέρουν και επιπλέον προστασία έναντι λιγότερο συχνών στελεχών που επίσης ανήκουν στην υψηλής ογκογενετικής ικανότητας ομάδα. Ένα από τα εμβόλια παρέχει προστασία και έναντι των 6 και 11 στελεχών χαμηλής ογκογενετικής ικανότητας.

Οι κλινικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί έως σήμερα, δείχνουν ότι τα εμβόλια αυτά είναι αποτελεσματικά όσο αφορά τους τύπους 16 και 18, είναι δε αποτελεσματικότερα εάν χορηγηθούν πριν τη λοίμωξη από τον ιό. Για το λόγω αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) προτείνει τον εμβολιασμό στα κορίτσια, ενώ ορισμένες χώρες έχουν εντάξει στα προγράμματα εμβολιασμού και τα αγόρια.

Ο Π.Ο.Υ έχει εκδώσει οδηγίες αναφορικά με τον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του τραχήλου, μέσα από προγράμματα εμβολιασμού και τακτικών ελέγχων των σεξουαλικά ενεργών γυναικών. Μέχρι το τέλος του 2012, 45 χώρες είχαν εισαγάγει τον εμβολιασμό κατά του HPV στα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού.

Στην Ευρώπη ο καρκίνος του τραχήλου αποτελεί τη δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου, μετά τον καρκίνο του μαστού. Οι χώρες τις Ευρώπης που έχουν υιοθετήσει προγράμματα ελέγχου για τον HPV και έχουν πετύχει μείωση των κρουσμάτων, αλλά παρόλα αυτά η συγκεκριμένη λοίμωξη παραμένει σημαντικό πρόβλημα.

Πρέπει να θυμόμαστε πως ο εμβολιασμός δεν προσφέρει θεραπεία, αλλά λειτουργεί προληπτικά. Επίσης δεν δύναται να υποκαταστήσει τον έλεγχο ρουτίνας στον οποίο πρέπει να υποβάλλεται κάθε γυναίκα που είναι σεξουαλικά ενεργή, συμβουλευόμενη πάντα το γυναικολόγο της.

Βιβλιογραφία

1. Human papillomavirus (HPV) and cervical cancer. Fact sheet No. 380, 2014
2. European Commission Public Health. Sexually transmitted diseases. 2015